Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

Συζήτηση της επίκαιρης επερώτησης του ΣΥΡΙΖΑ με θέμα «Το πάρτυ των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων»

Συζητήθηκε σήμερα στη Βουλή η επίκαιρη επερώτηση του ΣΥΡΙΖΑ με θέμα το «πάρτυ» των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων. Εκ μέρους της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ τοποθετήθηκαν ο κοιν. εκπρόσωπος Π. Κουρουμπλής και οι βουλευτές Δ. Παπαδημούλης, Θ. Δρίτσας,  Α. Μητρόπουλος, Ζ. Κωνσταντοπούλου, Ν. Βούτσης και Ν. Αθανασίου.  

Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος Παναγιώτης Κουρουμπλής αρχικά επισήμανε τους κινδύνους για τη δημοκρατία που αποκάλυψε η υπόθεση Μπαλτάκου, η οποία απέδειξε ότι η ΝΔ, όπως χαρακτηριστικά είπε, ακροδεξιοκρατείται. Στη συνέχεια έψεξε την κυβέρνηση για το ότι αρνείται τον κομβικό ρόλο που διαδραμάτιζε στην κυβερνητική και κοινοβουλευτική λειτουργία ο μέχρι πρότινος ΓΓ της κυβέρνησης, αλλά και το Προεδρείο και το Φρουραρχείο της Βουλής για τη σιωπή και την αδράνειά τους σχετικά με το βίαιο επεισόδιο στο οποίο πρωταγωνίστησε ο υιός Μπαλτάκος εντός του Κοινοβουλίου.


Όσον αφορά το σκάνδαλο των ΜΚΟ, ο Π. Κουρουμπλής αναζήτησε ευθύνες από την κυβέρνηση για την απουσία στοιχείων και θεσμικού πλαισίου για τη λειτουργία των ΜΚΟ. Διερωτήθηκε πώς είναι δυνατόν να ανέχεται η κυβέρνηση τέτοια κατασπατάληση και κατάχρηση δημοσίου χρήματος, τη στιγμή που επιβάλλονται περικοπές στις συντάξεις Νεοποντίων και Βορειοηπειρωτών, που τους οδηγούν στην εξαθλίωση, και περικοπές δαπανών στα φάρμακα, με συνέπεια την καθυστέρηση ή και διακοπή της θεραπείας των καρκινοπαθών. Τόνισε, τέλος, ότι οι πρακτικές των αμαρτωλών ΜΚΟ απαξιώνουν και δυσφημούν τις προσπάθειες όσων, εμφορούμενοι από υψηλά ιδανικά, υπηρετούν ανιδιοτελώς διάφορους ευγενείς σκοπούς, όπως την υπεράσπιση των αδυνάτων και του φυσικού περιβάλλοντος.


Ο Δημήτρης Παπαδημούλης, βουλευτής Β΄ Αθήνας και  εισηγητής της επερώτησης ανέφερε: «Οι πρόσφατες  καταγγελλόμενες απάτες των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων «Διεθνές Κέντρο Αποναρκοθέτησης», «Εθελοντικό Σώμα Ελλήνων Πυροσβεστών και Αναδασωτών» κ.α. δημιούργησαν δικαιολογημένο θόρυβο και οργή σε μια κοινωνία που δοκιμάζεται από τη βαθιά ύφεση και την ανεργία. Οι αποκαλύψεις προκάλεσαν όπως φαίνεται και μεγάλη έκπληξη στη συγκυβέρνηση. Την ίδια έκπληξη δοκίμασαν και το 2011 όταν βγήκε το πόρισμα του γενικού Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, Λ. Ρακιντζή. Η τότε κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου έδωσε εντολή για άμεση έρευνα και  βρήκε την Οργάνωση «Έργο Πολιτών». Τρία χρόνια έχουν περάσει από τότε. Πού βρίσκεται η υπόθεση; Τίποτα δεν έγινε. Όπως τίποτα δεν έγινε με το σημαντικό πόρισμα της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, του 2011,  για το χάος των ανεξέλεγκτα επιχορηγούμενων ΜΚΟ και κάθε είδους συλλόγων στην Ελλάδα.  Το πόρισμα αυτό «φωτογράφιζε» σκανδαλώδεις διαδρομές δημόσιου χρήματος, αλλά και κατέληγε σε συγκεκριμένες προτάσεις, χωρίς ωστόσο κάποιος εκ των αρμοδίων έκτοτε να τις επεξεργαστεί. Το πραγματικό λοιπόν θέμα για το οποίο ευθύνονται οι κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και ΝΔ είναι αυτό που σταθερά καταγγέλλει  ο ΣΥΡΙΖΑ εδώ και χρόνια: η ανυπαρξία ή συνενοχή των ελεγκτικών μηχανισμών και η μακροχρόνια αδράνεια της δικαιοσύνης. Περισσεύει όμως η υποκρισία και όταν η διοίκηση «κάνει τη δουλειά της». Αφού η γνωστή «μηδενική ανοχή στη διαφθορά» εξάντλησε την αυστηρότητά της στο Σχολείο Αλληλεγγύης «Οδυσσέας» επιβάλλοντας εξοντωτικά πρόστιμα για καθαρά τυπικές και γραφειοκρατικές φορολογικές παραλείψεις, χωρίς να υπάρχει η παραμικρή υποψία κερδοσκοπίας ή δόλου. Οι ΜΚΟ δεν αποτελούν από μόνες τους εστίες διαφθοράς γενικώς στον κόσμο, εξ ου και σε άλλες χώρες έχουν αναγνωρισμένο έργο εδώ και χρόνια, και υποστηρίζονται σταθερά από τις κοινωνίες».


Ο Θοδωρής Δρίτσας, βουλευτής Α΄ Πειραιώς και Νήσων ανέφερε ότι « η επίκαιρη επερώτηση που καταθέτει η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ και συζητείται σήμερα για τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, έρχεται σε μια μέρα που αποκτά ιδιαίτερη και ξεχωριστή επικαιρότητα, διότι ακριβώς η υπόθεση Μπαλτάκου αναδεικνύει ένα πρόβλημα όχι συγκυριακό, όχι περιστασιακό, αλλά ένα μόνιμο πρόβλημα μιας σταθερής και κατά περιόδους αναδεικνυόμενης νοοτροπίας κυβερνήσεων της Δεξιάς και του ΠΑΣΟΚ σε κρίσιμα ζητήματα και κρίσιμους τομείς ιδιοκτησιακής λογικής για τη λειτουργία του κράτους, το οποίο ακριβώς μεταφέρεται με πλήρη αδιαφάνεια και στο επίπεδο της παρακρατικής λειτουργίας ανώτατων θεσμικών λειτουργιών της Κυβέρνησης και του κράτους.

Η σημερινή επίκαιρη επερώτησή μας αφορά κυρίως αυτό που εύστοχα εδώ και χρόνια έχει επισημανθεί με μία διεισδυτική κριτική σκέψη: «Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις ή μήπως κυβερνητικές οργανώσεις;». Αυτό μπορεί να είναι ένα λογοπαίγνιο, αλλά πραγματικά είναι πολύ εύστοχο. Πραγματικά, σ’ αυτήν την κατεύθυνση πρέπει να διαχωρίσουμε τα πράγματα. Υπάρχουν πολύ σοβαρές Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις που με τον εθελοντισμό –και εκεί απαιτείται και η ενίσχυσή τους- παράγουν σοβαρότατο έργο, είτε σε ζητήματα υγείας, πρόνοιας, κάλυψης, είτε όταν συνεργάζονται για την καταγραφή των περιστατικών της ρατσιστικής βίας, είτε για πολλά άλλα. Αυτές, λοιπόν, πράγματι χρειάζονται σοβαρότατες ενισχύσεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ και οι Βουλευτές συνεισφέρουν ένα σημαντικό μέρος των αποδοχών τους για την ενίσχυση των δομών αλληλεγγύης. Αυτά μπορούμε μεν να τα συζητήσουμε, αλλά, εδώ έχουμε πληθώρα περιστατικών που καταγράφονται κατά καιρούς και επικρατεί ο νόμος της σιωπής. 

Έχω καταθέσει ερωτήσεις και έχω κάνει αίτηση κατάθεσης εγγράφων και δεν μου έχουν αποδοθεί ποτέ αυτά τα έγγραφα που έχω ζητήσει για τον πραγματικό ρόλο μίας κατηγορίας των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων που συνδέονται με την παράδοση. Τέτοιες Μη Κυβερνητικές  Οργανώσεις είναι η εξέλιξη της παράδοσης του Ψυχρού Πολέμου, γιατί λειτούργησαν πρώτα απ’ όλα στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής δίπλα στο κράτος και στις επιλογές της Κυβέρνησης για άνομους σκοπούς και για σκοπούς επεμβάσεων και σε άλλα κράτη, αλλά και για φαλκίδευση της δημοκρατίας. Και εδώ έχουμε το περίεργο φαινόμενο να μην υπάρχει έλεγχος από το  Υπουργείο Οικονομικών, να μην υπάρχει θεσμικό πλαίσιο. Μάλιστα, ο  Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης σε πρόσφατες δηλώσεις του επισήμανε ότι η λειτουργία των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων βρίσκεται  εκτός κανονιστικής ρύθμισης από το 1995. 

Καταρτίζονται δημόσιες συμβάσεις πολλών εκατομμυρίων ευρώ χωρίς αξιολόγηση των ΜΚΟ και χωρίς παρέμβαση και εφαρμογή διατάξεων δικαίου που να διέπει τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων. Και έτσι, το πάρτι είναι εύκολο να στηθεί, γιατί οι χρηματοδοτούμενες από τον κρατικό Προϋπολογισμό ΜΚΟ, καλές και περίεργες, δεν αξιολογούνται, δεν τίθενται σε έλεγχο, δεν υπόκεινται  ούτε σε προληπτικό έλεγχο νομιμότητας και δεν υπάρχει κανένας μηχανισμός παρακολούθησης. Και αυτό είναι περίεργο όχι το ότι λόγω της έλλειψης ενός νομικού πλαισίου υπάρχουν περιθώρια και κάποιοι τα αξιοποιούν, αλλά γιατί κατ’ επανάληψη έχουν επιδείξει οι πολιτικές ηγεσίες του Υπουργείου  Εξωτερικών μία εργώδη προσπάθεια να μην αποκαλύψουν τίποτα, να ανεβάσουν ένα πέπλο προφύλαξης όλων αυτών των οργανώσεων».


Ο Αλέξης Μητρόπουλος, βουλευτής Αττικής ανέφερε «ο θεσμός των ΜΚΟ είναι ακραία συστημικός. Είναι επινόηση της νεοφιλελεύθερης ύστερης νεωτερικότητας. Στο εσωτερικό του εθνικού κράτους,  μαζί με τις Ανεξάρτητες Αρχές, που αναλαμβάνουν σημαντικές κρατικές- εποπτικές δραστηριότητες, αποτελούν το δίδυμο της περιβόητης γενικευμένης αποκρατικοποίησης.  Οι ΜΚΟ, με συνήθη αρμοδιότητα τα κοινωνικά, ανθρωπιστικά και περιβαλλοντικά ζητήματα, δραστηριοποιούνται και εντός του εθνικού κράτους και στον διεθνή περίγυρο. Έτσι, ο λόγος της εμφάνισης των ΜΚΟ δεν ήταν αθώος, ούτε ουδέτερος. Σε περιόδους έξαρσης των κοινωνικών αγώνων, μετά τον Μάη του ’68 και το Κίνημα εναντίον του πολέμου του Βιετνάμ, όταν ο δυτικός κόσμος επανήλθε στη συστημική του ισορροπία, «απελευθέρωσε» εντός ελεγχόμενων πλαισίων την εσωτερική και διεθνή κοινωνική δυναμική, που ανέλαβε την προώθηση α-ταξικών και ουδέτερων υποτίθεται στόχων άμβλυνσης ή ανάσχεσης των κοινωνικών αγώνων και επούλωσης των πληγών του γενικευμένου και ολοκληρωτικού καπιταλισμού.

Ο τίτλος επομένως «Μη Κυβερνητική Οργάνωση», που υπονοεί την απελευθέρωση της κοινωνικής δράσης από τα δήθεν «κακά» κρατικά δεσμά, ήταν ψευδεπίγραφος και παραπλανητικός. Οι ΜΚΟ, ως εκ τούτου, έπαιξαν κυρίως τον ρόλο των «αεραγωγών» του συστήματος χωρίς ιδεολογία, χωρίς διαλεκτική μέθοδο εξήγησης της ιστορίας, χωρίς ξεκάθαρες θέσεις. Ως προς τη συγκρότηση του προσωπικού τους, οι ΜΚΟ συμπλέκονται αξεδιάλυτα με το κυρίαρχο πολιτικό-οικονομικό-επιχειρηματικό προσωπικό. Ηγέτες χωρίς σαφήνεια ιδεολογίας, χωρίς οικονομικές προτάσεις, συγκροτούν μια ελίτ δίχως θέσεις και προσανατολισμό.  Γι’ αυτό και πολλοί τέως Πρόεδροι μεγάλων κρατών, πρωθυπουργοί, υπουργοί κ.ά., έως και Επίτροποι της ΕΕ, πλην της ύστερης σταδιοδρομίας τους σε υψηλές επιχειρηματικές θέσεις, συμπληρώνουν το βιογραφικό τους με την ίδρυση ή τη συμμετοχή σε τέτοιες Διεθνείς ή Εθνικές ΜΚΟ. Αναφορικά με τις ελληνικές ΜΚΟ, πρέπει να γίνει έλεγχος σε βάθος, σε πρόσωπα, μέσα και χρηματικούς πόρους, χωρίς να θιγούν οι μικρές εσωτερικές κοινωνικές οργανώσεις που, με θυσίες από το υστέρημα των ιδίων των μελών τους, φροντίζουν στη σημερινή κρίση τους συνανθρώπους μας, που δεν μπορεί να φροντίσει το κράτος στα πλαίσια της παραγωγής του λεγόμενου …«δημοσιονομικού πλεονάσματος». Και ασφαλώς η δράση τους πρέπει να περιοριστεί και να υιοθετηθεί ένα σαφές θεσμικό πλαίσιο που θα τις υπαγάγει στα εθνικά όργανα, στον διακομματικό έλεγχο και στον τακτικό απολογισμό της δραστηριότητάς τους, ώστε να μην παρατηρηθούν στο μέλλον παρόμοια φαινόμενα».


Η βουλευτής Α΄ Αθήνας Ζωή Κωνσταντοπούλου τόνισε ότι η υπόθεση των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων εν Ελλάδι εντάσσεται στο πλέγμα της «παρεοκρατίας», επί του οποίου ερείδεται η κλεπτοκρατία που οδήγησε τη χώρα μας στη χρεοκοπία. Κατήγγειλε σχέσεις διαπλοκής της κομματοκρατίας με παράγοντες, όχι μόνο της κυβερνητικής εξουσίας, αλλά και της λεγόμενης τέταρτης εξουσίας, των Μέσων Ενημέρωσης, που ανακυκλώνουν και αναπαράγουν ένα διεφθαρμένο και έκπτωτο κομματικό, μιντιακό, ακαδημαϊκό και οικονομικό κατεστημένο που απομυζά δεκαετίες αυτόν εδώ τον τόπο. Έκανε λόγο για συγκοινωνούντα δοχεία, με πατέντες δράσης, στις οποίες ενεπλάκησαν ενεργότατα κρατικοί, κυβερνητικοί και κομματικοί αξιωματούχοι, όπως ακριβώς και στις υποθέσεις των απορρήτων δαπανών του Υπουργείου Εξωτερικών, των off shore εταιρειών και των καταθέσεων εξωτερικού. Έθεσε επίσης επιτακτικά το ερώτημα τι σκοπεύει να πράξει η Κυβέρνηση εν σχέσει με την ανάκτηση κονδυλίων, την αναζήτηση αδικαιολόγητου πλουτισμού από παρανόμως διατεθέντα κρατικά και ευρωπαϊκά κονδύλια. Ζήτησε από την Κυβέρνηση να απαντήσει εάν ενημερώθηκε ο Γενικός Διευθυντής του Ευρωπαϊκού Οργανισμού κατά της Απάτης και της Διαφθοράς (OLAF) κ. Κέσλερ, κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στη χώρα μας, για τα ως άνω ζητήματα. Εάν ενημερώθηκε και για το γεγονός ότι επιχειρήθηκε ακόμη και η ασυλία και αμνήστευση διάθεσης τέτοιων κονδυλίων με την «ντροπολογία» Γρηγοράκου-Μιχελάκη, για τους αυτοδιοικητικούς παράγοντες που είχαν διαθέσει χρήματα για συμβάσεις μίσθωσης έργου. Επίσης, εάν ενημερώθηκε για την πρόθεση της Κυβέρνησής, να πλημμεληματοποιήσει τις μίζες εν σχέσει με παράγοντες διαφθορείς δημοσίων υπαλλήλων και με παράγοντες που εμπλέκονται και με μη κυβερνητικές οργανώσεις, πρόθεση που υλοποιήθηκε με τη ψήφιση του πολυνομοσχεδίου προ τετραημέρου. Τέλος, αναφέρθηκε στη σκανδαλώδη ρύθμιση Παπακωνσταντίνου με την οποία διεγράφησαν οφειλές και πρόστιμα ΜΚΟ κατά το πρότυπο που έχουν συνηθίσει οι Κυβερνήσεις να διαγράφουν φορολογικά πρόστιμα και υποχρεώσεις «ημετέρων», ρωτώντας την Κυβέρνηση εάν θα αποδοθούν ευθύνες.

Ο Νίκος Βούτσης, βουλευτής Α΄ Αθήνας και γραμματέας της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ  έθεσε ευθέως το θέμα τού κατά πόσον χρειάζονται ή όχι και κατά πόσον είναι σωστό να υπάρχουν ή όχι με τη σημερινή τους μορφή οι ΜΚΟ. Κατά τη γνώμη του, η συζήτηση για καλές και κακές ΜΚΟ -διότι πράγματι υπάρχουν καλές όπως τόνισε- αποπροσανατολίζει σε έναν βαθμό τη συζήτηση.

Επισήμανε ευθέως ότι η υπόθεση των ΜΚΟ διεθνώς βοηθάει και εντάσσεται στην απόσυρση του κράτους από τα μεγάλα προβλήματα της εποχής μας, στην υποκατάσταση κοινωνικών θεσμοποιημένων λειτουργιών και χρησιμοποιούνται ως μοχλός συρρίκνωσης κοινωνικών δικαιωμάτων.

Έχει γίνει στοιχείο της στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της παροχής των κονδυλίων στις χώρες. Γι’ αυτό, ζήτησε, να φύγει η κουβέντα από το σωστό ότι θα πρέπει να ενθαρρύνονται ανθρωπιστικές δράσεις και εθελοντικές οργανώσεις, διευκρινίζοντας ότι «εμείς είμαστε υπέρ και των εθελοντικών δομών και των κοινωνικών δομών και των δομών αλληλεγγύης. Στηρίζουμε εξακόσιες δομές αλληλεγγύης πανελλαδικά αυτή τη στιγμή εν μέσω κρίσης».

Πρόσθεσε ότι πρόκειται για μία «εφεύρεση» επί τούτοις στα πλαίσια του παγκοσμιοποιημένου νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, και μάλιστα από τη δεκαετία του 1990 ως σήμερα, ως μία προσπάθεια όχι απλώς να αποδιαρθρωθούν πλήρως οι οικονομικές παρεμβάσεις του Δημοσίου, οι κρατικές, οι κοινωνικές παρεμβάσεις υπέρ των ιδιωτών, αλλά να δοθεί σ’ αυτή τη στρατηγική και ένα διεθνές περίβλημα, δηλαδή να δοθεί η δυνατότητα της ελεύθερης διακίνησης ανθρώπων, κεφαλαίων, μυστικών υπηρεσιών και κάθε στρατηγικής, η οποία θα υπερβαίνει και πολλές φορές θα είναι και ανταγωνιστική προς τις κοινωνικές, δημόσιες, εθνικές προσπάθειες για την αντιμετώπιση μειζόνων κοινωνικών προβλημάτων.

Εξάλλου, όπως επισήμανε, για τη χώρα μας αυτά τα οποία έχουν κατασπαταληθεί είναι μέρος του χρέους. Το χρέος δεν είναι μόνο η απευθείας υποχρέωση που υπάρχει προς τους δανειστές. Υπάρχει και λόγω της κατασπατάλησης πόρων, με αδιαφανή τρόπο, εκτός των κονδυλίων του Προϋπολογισμού, των δημοσίων επενδύσεων κλπ. Υπενθύμισε δε ότι, με αυτή την έννοια, αυτό είναι αντικείμενο και της πρότασης για Εξεταστική Επιτροπή που έχει φέρει ο ΣΥΡΙΖΑ και την οποία θα επαναφέρει σίγουρα ως διακυβέρνηση της Αριστεράς.

Με αυτήν την έννοια δεν έθεσε μόνο ζήτημα περισσότερων ελέγχων, υιοθέτησης ενός νέου πλαισίου κ.λπ., αλλά ανέφερε ότι πρόκειται για ζήτημα ριζικής, ριζοσπαστικής αλλαγής στρατηγικής και από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από την Κυβέρνηση, σε σχέση με τη διάθεση πόρων για κοινωνικούς, επωφελείς, ανθρωπιστικούς και άλλους σκοπούς και για την οργάνωση και ενθάρρυνση των εθελοντικών δραστηριοτήτων, ανεξαρτήτως αν μέσα σε αυτό το πλήθος αυτών των δομών υπάρχουν και άξιοι άνθρωποι και άξιες προσπάθειες και άξιες οργανώσεις, που όμως αποτελούν άλλοθι για όλη την υπόλοιπη στρατηγική που εξελίσσεται και διεθνώς και στη χώρα μας».

Ο Νάσος Αθανασίου, βουλευτής Αττικής αναρωτήθηκε: «Είναι ή δεν είναι γεγονός ότι ΜΚΟ είχε την ίδια διεύθυνση και τηλέφωνο με πολιτευτή της ΝΔ, ότι άλλη ΜΚΟ είχε ιδρυτικό μέλος στέλεχος του ΠΑΣΟΚ; Τελικώς  χρηματοδοτούσαμε ΜΚΟ ή αρπαχτές; Αν ήταν γνήσιες ΜΚΟ δημοσιεύστε κατάλογο με το όνομά τους και τη διεύθυνσή τους».

 

Το Γραφείο Τύπου 

Γραφείο Παναγιώτη Κουρουμπλή

Κοιν. Εκπρόσωπου -Βουλευτή Β΄ Αθήνας ΣΥ.ΡΙΖ.Α.

  Αθήνα, 4.4.2014

Γρ. Τύπου: 210. 3707060

Νίκης & Απόλλωνος 1, 10557

Τηλ.: 210 3244711, Fax: 210 3218158

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Την ευθύνη για τα σχόλια φέρει αποκλειστικά ο σχολιαστής.Αναρτήσεις γίνονται μόνο επώνυμα με λογαριασμό Google.